Όταν έφυγε και ο δεύτερος γιος της για τα ξένα, έμεινε εκείνη σαν καλαμιά στον κάμπο... Κι αν το χωριό μας κάμπος δεν είναι, εκείνα τα χρόνια οι χωριανοί κατέβαιναν συχνά πυκνά και στον κάμπο της Ντράζανης να δουλέψουν τα λιγοστά τους χωραφάκια. Κατέβαινε κι εκείνη. Πώς αλλιώς να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τα τρία μικρότερα παιδιά της, τις δυο κόρες, τη Βασίλω και τη Γκέλω, και το κούτσικο, το Θεόφιλο;
Για τη βασανισμένη ζωή της εκείνη την περίοδο μιλούν τα γράμματα που έγραφε η ίδια στο γιο της, το Χρυσόστομο. Όσο παράξενο και αν ακούγεται, ήξερε γραμματάκια και έγραφε...
Δεν ξέρω αν η συγγένεια με κάνει να συγκινούμαι τόσο διαβάζοντας τα γράμματά της, νομίζω όμως ότι πραγματικά είναι από τα πιο συγκινητικά κείμενα που έχω διαβάσει ποτέ.
Και ειδικά το σημείο που αναφέρεται στον πεντάχρονο τότε πατέρα μου:
[...] αν έρθη κανένας ταξιδιότης χρισόστομε να μου στίλις τίποτε παλιά φορέματα σου διότι έχω το θεόφιλο γιμνό και κανένα πεχνιδάκι να πέζη για να λισμονάι το φαϊ.[...]
ΠΗΓΗ: Το βιβλίο του Ν. Υφαντή, ό.π.
Έτσι ήταν τότε η ζωή στο μικρό χωριό μας... Και ειδικά για τις γυναίκες που έμεναν πίσω με τα παιδιά. Μόλις αυτό το καλοκαίρι γνώρισα τη θεία Γιαννούλα, τη Γιαννούλα Διώχνου σήμερα και κόρη του νονού του πατέρα μου, του Νικόλα Μάκου.
Ήρθε ένα βράδυ να μας δει και να μας αποχαιρετήσει πριν φύγει πάλι με την οικογένειά της για τον Καναδά όπου ζει εδώ και δεκαετίες. Κι έπιασαν με τον πατέρα τις κουβέντες για τα χρόνια τα παλιά. Και για τα παιδικά τους χρόνια.
Είχε κι εκείνη ορφανέψει από μάνα, λίγους μόλις μήνες μετά που ο πατέρας μου έχασε τη δική του... Και ξαφνικά έβλεπα μπρος μου όχι τα άσπρα τους μαλλιά αλλά δυο παιδιά με όλο τον αγιάτρευτο πόνο του παιδιού που ορφάνεψε από μάνα... Τέτοιες πληγές δεν κλείνουν ποτέ, ως τα βαθιά ακόμη γεράματα του ανθρώπου.
Δεν ξέρω οι άλλοι τι κάνουν όταν κατεβαίνουν στο χωριό. Για μένα το σημαντικότερο είναι να ακούω παλιές ιστορίες. Κι έπειτα πιάνω και κοιτώ τα βουνά. Και είναι σαν να βλέπω εκείνους που χάθηκαν... Να ακούω τους ίδιους να μου μιλούν.
Να είναι καλά εκεί στα ξένα η θεία Γιαννούλα, από τις δικές της διηγήσεις γνώρισα φέτος λίγο καλύτερα τη γιαγιά μου. Αλλά και τις συνθήκες που γενικότερα επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια στο Βλαχώρι. Μακάρι κάποτε όλες αυτές οι ιστορίες να γραφτούν. Κρίμα μαζί με τους ανθρώπους να χάνονται και όσα έζησαν... Τι κι αν δεν ήταν σπουδαίοι και τρανοί; Ήταν όμως οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Και νομίζω τους το χρωστάμε.
Όπως το χρωστάμε και στις γενιές που θα 'ρθουν. Να μαθαίνουν και να γνωρίζουν την ιστορία του τόπου τους...